Μετάβαση στο περιεχόμενο

levinta

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

levinta (eo)

  • αόριστος της επιθετικής ενεργητικής μετοχής του ρήματος levi