Μετάβαση στο περιεχόμενο

meine

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈmaɪ̯nə/
ⓘ 
ⓘ 
τυπογραφικός συλλαβισμός : mei‐ne

Κλιτικός τύπος αντωνυμίας

[επεξεργασία]

meine (de)

  1. μου (μορφή του mein)
    1. ονομαστική ενικού θηλυκού
      παράδειγμα Meine Nase ist ganz blau vor Kälte.
           Η μύτη μου έχει γίνει ολόκληρη μπλε από το κρύο.
    2. αιτιατική ενικού θηλυκού
      παράδειγμα Ich stecke die Bücher in meine Tasche.
           Βάζω τα βιβλία στην τσάντα μου.
    3. ονομαστική πληθυντικού
      παράδειγμα Meine Brüder sind ins Dorf gegangen.
           Οι αδελφοί μου πήγαν στο χωριό.
    4. αιτιατική πληθυντικού
      παράδειγμα Er schaut die ganze Zeit auf meine Zöpfe.
           Κοιτάζει συνέχεια τις πλεξούδες μου.
  2. δικός / δική / δικό / δικά μου (μορφή του meiner)
    1. ενικού θηλυκού
      παράδειγμα Die Frau mit dem Halstuch, das ist meine.
           Η γυναίκα με το μαντήλι, αυτή είναι η δική μου.
    2. πληθυντικού
      παράδειγμα He, das sind meine. Lassen Sie die Finger von den Taschen.
           Έι, αυτά είναι δικά μου. Μην αγγίζετε τις τσάντες.

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

meine (de)

  • μορφές του εννοώ/πιστεύω → δείτε τη λέξη meinen
    1. 1ο πρόσωπο ενικού, ενδεικτική
      παράδειγμα Ich meine, dass man immer eine Chance hat.
           Πιστεύω ότι πάντα υπάρχει μια ευκαιρία.
    2. 1ο πρόσωπο ενικού υποτακτικού
      παράδειγμα Er denkt, ich meine die Schafe.
           Νομίζει ότι εννοώ τα πρόβατα.
    3. 3ο πρόσωπο ενικού υποτακτικού
      παράδειγμα Er sagt, er meine nicht das Auto, sondern die Frau darin.
           Λέει ότι δεν εννοούσε το αυτοκίνητο, αλλά τη γυναίκα που βρισκόταν μέσα.
    4. 2ο πρόσωπο ενικού, προστακτική
      παράδειγμα Meine, was du willst; ich gehe jetzt.
           Πίστευε ό,τι θέλεις· εγώ φεύγω τώρα.