versatile
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]versatile (en)
- πολύπλευρος, πολυτάλαντος
- που έχει πολλές χρήσεις ή λειτουργίες
- ευμετάβλητος, ασταθής, αλλοπρόσαλλος
- πολύμορφος
- ευέλικτος
- (αργκό) ενεργοπαθητικός ομοφυλόφιλος
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| versatile | versatiles |
Επίθετο
[επεξεργασία]versatile (fr) αρσενικό ή θηλυκό