Μετάβαση στο περιεχόμενο

look to

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
look to <  δείτε τις λέξεις look και to

Έκφραση

[επεξεργασία]

look to (en) (ιδιωματισμός)

  • ζητάω να κάνω κάτι, προσπαθώ να βρω έναν τρόπο να κάνω κάτι
    παράδειγμα  Many childless couples are looking to adopt a child.
    Πολλά άτεκνα ζευγάρια ζητούν να υιοθετήσουν ένα παιδί.
ενεστώτας look to
γ΄ ενικό ενεστώτα looks to
αόριστος looked to
παθητική μετοχή looked to
ενεργητική μετοχή looking to

look to (en)

  • κοιτάζω, ενδιαφέρομαι κάτι και η βελτίωση του
    παράδειγμα  The country must look to its defenses/interests.
    Η χώρα πρέπει να κοιτάξει την άμυνά της/το συμφέρον της.
    παράδειγμα  I’m looking to make things easy for me.
    Κοιτάζω την ευκολία μου.