look to
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]look to (en) (ιδιωματισμός)
- ζητάω να κάνω κάτι, προσπαθώ να βρω έναν τρόπο να κάνω κάτι
Many childless couples are looking to adopt a child.
- Πολλά άτεκνα ζευγάρια ζητούν να υιοθετήσουν ένα παιδί.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | look to |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | looks to |
| αόριστος | looked to |
| παθητική μετοχή | looked to |
| ενεργητική μετοχή | looking to |
look to (en)
- κοιτάζω, ενδιαφέρομαι κάτι και η βελτίωση του
The country must look to its defenses/interests.
- Η χώρα πρέπει να κοιτάξει την άμυνά της/το συμφέρον της.
I’m looking to make things easy for me.
- Κοιτάζω την ευκολία μου.
Πηγές
[επεξεργασία]- look (idioms): be looking to do something - Oxford Learner's Dictionaries
- look to - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 457-458. ISBN 9780194325684., λήμμα: κοιτάζω