Μετάβαση στο περιεχόμενο

λαρύγγι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λαρύγγι τα λαρύγγια
      γενική του λαρυγγιού των λαρυγγιών
    αιτιατική το λαρύγγι τα λαρύγγια
     κλητική λαρύγγι λαρύγγια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λαρύγγι < ελληνιστική κοινή λαρύγγιον < αρχαία ελληνική λάρυγξ + κατάληξη υποκοριστικού -ιον

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /laˈɾiŋ.ɟi/
τυπογραφικός συλλαβισμός : λα‐ρύγ‐γι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λαρύγγι ουδέτερο

  1. ο λάρυγγας
    παράδειγμα  του στάθηκε το φαγητό στο λαρύγγι
    ※  19ος/20ός αιώνας, Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα, αρχική έκδοση: 1920.
    Ἐπρόσεχαν κʼ οἱ δύο πῶς ἔπαιρνε ἄταχτα τὴν πνοή της, κάθε μορφασμὸ πὤκαναν τὰ φρυμένα χείλη της, κάθε κίνημα τοῦ λαρυγγιοῦ της, κάθε μικρὸ ἀνοιγόκλεισμα τοῦ ματιοῦ της, προσμένοντας κʼ οἱ δύο τὸ γλήγορο τέλος της.
  2. η εξωτερική επιφάνεια του λαιμού, στο ύψος περίπου των φωνητικών χορδών
    παράδειγμα  τον έπιασε από το λαρύγγι

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]