Μετάβαση στο περιεχόμενο

Kniekehle

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική die Kniekehle die Kniekehlen
γενική der Kniekehle der Kniekehlen
δοτική der Kniekehle den Kniekehlen
αιτιατική die Kniekehle die Kniekehlen

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Kniekehle < Ο τύπος μαρτυρείται από το 13ο μ.Χ. αιώνα < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική kniekel. Συγχρονικά αναλύεται σε Knie (γόνατο) + Kehle (λαρύγγι, κοιλότητα).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈkniːˌkeː.lə/ ⓘ
τυπογραφικός συλλαβισμός : Knie‐keh‐le

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Kniekehle (de) θηλυκό